μπλοκάρω

Μεταφράσεις

μπλοκάρω

(blo'karo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να σκαλώσει μπλοκάρω την πόρτα
2. εμποδίζω το πέρασμα μπλοκάρω το δρόμο
3. μεταφορικά παγώνω, εμποδίζω κτ να συνεχιστεί μπλοκάρω ένα πρόγραμμα

μπλοκάρω

blockbloquerbloqueBlockbloccoblokблокblokblok블록блокblockكتلةブロックblokbloco
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κολλάω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close