μπλοκαρισμένος

Μεταφράσεις

μπλοκαρισμένος

(blokari'zmenos) αρσενικό

μπλοκαρισμένη

(blokari'zmeni) θηλυκό

μπλοκαρισμένο

حَائِرbezradnýsidde fast, blokeretfeststeckenstuck, blockedatascado, bloqueadoolla jumiutunutêtre bloquézapetiinceppato, bloccato行き詰っている, ブロック막힌vastgelopen, geblokkeerdfastutknąćbloqueado, travadoстолкнувшийся с непреодолимой трудностьюfastna, blockeradชะงัก ติดtakılmakkẹt被难住的חסוםблокиран (blokari'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
1. σκαλωμένος Είμαι μπλοκαρισμένος στην κίνηση.
2. μεταφορικά κομπλαρισμένος Είμαι μπλοκαρισμένος, δε θυμάμαι τίποτα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close