μπορώ

Μεταφράσεις

μπορώ

(bo'ro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αντέχω κπ ή κτ Δεν μπορώ τον πολύ κόσμο.

μπορώ

können, dürfencan, may, mightpovipoderpouvoir, être susceptible depotere, potrei, potresti, sapereمِنَ الـمُحْتَمَل, يَسْتَطِيعُmoci, možnákan, måskeosata, saattaamoći・・・できる, かもしれない...할 수 있다, ~일지도 모른다kunnenkan, kanskje, muligensmócpoder, talvezиметь возможность, мочьkanske, kunnaสามารถ, อาจจะmuktedir olmak, yapabilmekcó thể可能会, 可能做,
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έχω τη δυνατότητα Μπορείς Θα μπορούσες να με βοηθήσεις;
2. ξέρω Μπορώ να πηδήξω πολύ ψηλά.
3. αντέχω Δεν μπορώ να τον βλέπω άρρωστο.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close