μποτιλιάρισμα

Μεταφράσεις

μποτιλιάρισμα

jam, gridlock, tailback, traffic jamاِزْدِحَامُ الـمُرُورdopravní zácpatrafikpropVerkehrsstauembotellamientoliikenneruuhkaembouteillageprometna gužvaingorgo交通渋滞교통 마비verkeersopstoppingtrafikkorkkorekcongestionamentoдорожная пробкаtrafikstockningการจราจรติดขัดtrafik sıkışıklığısự tắc nghẽn giao thông交通堵塞 (boti'ʎarizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
πρόβλημα κυκλοφορίας λόγω κίνησης πέφτω σε μποτιλιάρισμα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close