μπουκιά

Μεταφράσεις

μπουκιά

mouthful (bu'ca)
ουσιαστικό θηλυκό
η ποσότητα φαγητού στο στόμα
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close