μπουκώνω

Μεταφράσεις

μπουκώνω

(bu'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
γεμίζω το στόμα κάποιου Μην το μπουκώνεις το παιδί.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close