μπουχτισμένος

Μεταφράσεις

μπουχτισμένος

سَئِم

μπουχτισμένος

otrávený

μπουχτισμένος

træt

μπουχτισμένος

die Nase voll haben

μπουχτισμένος

fed up

μπουχτισμένος

harto

μπουχτισμένος

kyllästynyt

μπουχτισμένος

à bout

μπουχτισμένος

biti sit svega

μπουχτισμένος

stufo

μπουχτισμένος

うんざりして

μπουχτισμένος

싫증이 난

μπουχτισμένος

ontevreden

μπουχτισμένος

lut lei

μπουχτισμένος

zniechęcony

μπουχτισμένος

de saco cheio, farto

μπουχτισμένος

пресытившийся

μπουχτισμένος

ha fått nog av

μπουχτισμένος

เบื่อ

μπουχτισμένος

bıkmış

μπουχτισμένος

chán ngấy

μπουχτισμένος

厌烦的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close