μπούμερανγκ

Μεταφράσεις

μπούμερανγκ

boomerangбумеранг ('bumerang)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
1. όπλο ιθαγενών της Αυστραλίας πετάω μπούμερανγκ
2. μεταφορικά για επιπτώσεις πράξεών μου Μου ήρθε μπούμερανγκ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close