πρίζα

(προωθήθηκε από μπρίζα)
Μεταφράσεις

πρίζα

('priza)

μπρίζα

socket, plugمِقْبَسzásuvkafatningSteckdoseenchufe, toma, salidapistorasiapriseutičnicapresaコンセント소켓contactdoossokkelgniazdkotomadaрозеткаeluttagปลั๊กตัวเมียprizổ cắm điện插座, 出口出口 ('briza) θηλυκό
ουσιαστικό
1. είσοδος καλωδίου σε τοίχο για παροχή ρεύματος βάζω το σίδερο στην πρίζα
2. το εξάρτημα στην άκρη καλωδίου που μπαίνει στην πρίζα τοίχου βάζω την πρίζα στο ρεύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close