μυρίζω

Μεταφράσεις

μυρίζω

(mi'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αισθάνομαι με την όσφρηση μυρίζω ένα λουλούδι

μυρίζω

smell, scentsentirفَاحَتْ مِنْهُ رَائِحَةُ..., يَشَمُّčichat, zapáchatlugteriechen, stinkenoler, olfatearhaista, haistaamirisati, pomirisatiodorare, puzzareにおいがする, においを嗅ぐ...의 냄새가 나다, 냄새를 맡다ruikenluktepachnieć, poczuć zapachcheirarобонять, пахнуть, нюхатьluktaได้กลิ่น, มีกลิ่นkoklamak, kokmakcó mùi, ngửi
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
επικρατεί μυρωδιά μυρίζει ωραία Μυρίζει βανίλια.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close