μυωπία

Μεταφράσεις

μυωπία

myopiemiopiaкъсогледствоmiopíamyopiaKrátkozrakostблизорукостьKrótkowzrocznośćnærsynethed近視近视近視miopia (mio'pia)
ουσιαστικό θηλυκό
ελάττωμα των ματιών που εμποδίζει την όραση μακριά γυαλιά μυωπίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close