μυωπικός

Μεταφράσεις

μυωπικός

myope

μυωπικός

krátkozraký

μυωπικός

nærsynet

μυωπικός

kurzsichtig

μυωπικός

miope

μυωπικός

likinäköinen, lyhytnäköinen

μυωπικός

kratkovidan

μυωπικός

miope

μυωπικός

近視の

μυωπικός

근시의

μυωπικός

bijziend

μυωπικός

nærsynt

μυωπικός

krótkowzroczny

μυωπικός

míope

μυωπικός

близорукий

μυωπικός

närsynt

μυωπικός

ซึ่งมีสายตาสั้น, สายตาสั้น

μυωπικός

miyop

μυωπικός

bị cận thị, cận thị

μυωπικός

近视的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close