μυϊκός

(προωθήθηκε από μυϊκή)
Μεταφράσεις

μυϊκός

(mii'kos) αρσενικό

μυϊκή

(mii'ci) θηλυκό

μυϊκό

muscularmusculaireالعضلات근육мускулMusclemuscololihasשרירsvalmúsculo (mii'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τους μυς μυϊκή δύναμη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close