μωρό

Μεταφράσεις

μωρό

babaбебеcriaturaBaby, Säuglingbaby, babebebévauvabababayibrjóstbarn, smábarn, ungbarnbaby, zuigelingbebê, bebébebe, bebeluşbabybebekbébéوَلِيدnemluvněbabybebabebè赤ん坊아기babydzieckoребенокเด็กทารกem bé婴儿嬰兒 (mo'ro)
ουσιαστικό ουδέτερο
ο άνθρωπος μέχρι ενός έτους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close