μόνος

(προωθήθηκε από μόνη)
Μεταφράσεις

μόνος

('monos)

μόνη

('moni)

μόνο

solaseul, uniquealone, lone, lonely, single, onlyوَحِيدjediný, sámalene, ene-allein, einzigsolo, únicoainoa, yksinjedini, samsolo, unicoただ一人の유일한, 홀로alleen, enigalene, enejedynak, samotnysozinho, únicoединственный, одинокийenda, ensamเพียงคนเดียว, โดยลำพังtek, yalnızduy nhất, một mình单独的, 唯一的 ('mono)
επίθετο souvent + 'μου, σου, του...'
1. χωρίς συντροφιά ή συνοδεία Είναι μόνος στο σπίτι. Πήγε μόνος του στο σχολείο.
2. έρημος Είναι μόνος στον κόσμο.
3. μοναδικός Αυτό είναι το μόνο μου πρόβλημα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close