μόνο

Μεταφράσεις

μόνο

('mono)
επίρρημα
1. δηλώνει μικρό βαθμό Κάπνισα μόνο ένα τσιγάρο.
2. αποκλειστικά Το έκανα μόνο για σένα.

μόνο

nur, Unionly, just, uni, universitynurbare, universitetвсего, только, университетجَامِعَة, فَقَطٌjen, univerzitakun, universitetsolo, sólo, univain, yliopistofac, seulementsamo, sveučillištesolamente, università単に, 大学다만 ...뿐, 대학slechts, universiteittylko, uniwersytetsomente, universidadebara, universitetetเท่านั้น, ตัวย่อของมหาวิทยาลัยüniversite, yalnızcachỉ, trường đại học仅仅, 大学само
σύνδεσμος
αλλά Θα ερχόμουν, μόνο (που) δεν έχω αυτοκίνητο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close