ναρκωτικό

Μεταφράσεις

ναρκωτικό

Droge, Rauschgiftdrug, narcoticdroguedrogнаркотици药物наркотиковnarkotyki마약drogas藥物drogaالمخدراتdrogaסמים (narkoti'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
ουσία που προκαλεί ευχαρίστηση αλλά και εθισμό παίρνω ναρκωτικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close