ναρκώνω

Μεταφράσεις

ναρκώνω

anaesthetize (nar'kono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ιατρική προκαλώ αναισθησία Τον νάρκωσαν πριν την εγχείρηση.
2. μεταφορικά προκαλώ ευχάριστη χαλάρωση Η ζέστη με ναρκώνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close