ναυαγώ

Μεταφράσεις

ναυαγώ

founder, sink (nava'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βυθίζομαι Το πλοίο ναυάγησε.
2. μεταφορικά αποτυχαίνω Το σχέδιο ναυάγησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close