νεάζω

Μεταφράσεις

νεάζω

(ne'azo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
θέλω να δείχνω πιο νέος από την ηλικία μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close