νεκρικός

(προωθήθηκε από νεκρική)
Μεταφράσεις

νεκρικός

(nekri'kos) αρσενικό

νεκρική

(nekri'ci) θηλυκό

νεκρικό

deathly, funereal (nekri'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με νεκρό νεκρικό στεφάνι
2. μεταφορικά κατάσταση που θυμίζει νεκρό νεκρική σιγή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close