νεκρός

Μεταφράσεις

νεκρός

(ne'kros) αρσενικό

νεκρή

(ne'kri) θηλυκό

νεκρό

(ne'kro) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει πεθάνει νεκρός άντρας πέφτω νεκρός
που δε χρησιμοποιείται πια
2. μεταφορικά άτονος, άψυχος νεκρό βλέμμα
3. μεταφορικά χωρίς κίνηση νεκρή περίοδος
4. μεταφορικά που δε λειτουργεί To τηλέφωνο είναι νεκρό.

νεκρός

αρσενικό

νεκρή

totdeadmortdoodمُتَوَفًّىmrtvýdødmuertokuollutmrtavmorto死んだ죽은dødmartwymortoмертвый, мёртвыйdödตายแล้วölüchết死的 θηλυκό
ουσιαστικό
για πρόσωπο που έχει πεθάνει θάβω το νεκρό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close