νεοφερμένος

(προωθήθηκε από νεοφερμένο)
Μεταφράσεις

νεοφερμένος

(neofer'menos) αρσενικό

νεοφερμένη

(neofer'meni) θηλυκό

νεοφερμένο

وَافِدٌnováčeknyankommenNeuankömmlingnewcomerrecién llegadouusi tulokasnouveau venupridošlicaneofita最近来た人갓 온 사람nieuwkomernykommerprzybyszrecém-chegadoновичокnykomlingผู้มาใหม่yeni gelenngười mới đến新来者 (neofer'meno) ουδέτερο
επίθετο
που μόλις έχει έρθει νεοφερμένος υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close