νευριασμένος

(προωθήθηκε από νευριασμένη)
Μεταφράσεις

νευριασμένος

(nevria'zmenos) αρσενικό

νευριασμένη

(nevria'zmeni) θηλυκό

νευριασμένο

(nevria'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει νευριάσει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close