νευρικός

(προωθήθηκε από νευρική)
Μεταφράσεις

νευρικός

(nevri'kos) αρσενικό

νευρική

(nevri'ci) θηλυκό

νευρικό

nervous, nerve, neural, petulant, restivenerveuxعَصَبِيُّ الْـمَزَاجِnervóznínervøsnervösnerviosohermostunutnervozannervoso神経質な신경질적인nerveusnervøsnerwowynervosoнервныйnervösกระวนกระวายsinirlilo lắng神经紧张的 (nevri'ko) ουδέτερο
επίθετο ιατρική
1. σχετικός με τα νεύρα το νευρικό σύστημα νευρική κρίση
2. που βρίσκεται σε υπερένταση νευρικές κινήσεις νευρικό άτομο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close