νεόπλουτος

(προωθήθηκε από νεόπλουτο)
Μεταφράσεις

νεόπλουτος

(ne'oplutos) αρσενικό

νεόπλουτη

(ne'opluti) θηλυκό

νεόπλουτο

parvenu (ne'opluto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κάνει γρήγορα περιουσία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close