νηστεύω

Μεταφράσεις

νηστεύω

fastjeûnerayunar (ni'stevo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
θρησκευτικός όρος στερούμαι τροφής για ορισμένη περίοδο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close