νηστικός

(προωθήθηκε από νηστική)
Μεταφράσεις

νηστικός

(nisti'kos) αρσενικό

νηστική

(nisti'ci) θηλυκό

νηστικό

(nisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει φάει τίποτα μένω νηστικός αφήνω κπ νηστικό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close