νηφάλιος

(προωθήθηκε από νηφάλιο)
Μεταφράσεις

νηφάλιος

(ni'falios) αρσενικό

νηφάλια

(ni'falia) θηλυκό

νηφάλιο

sobersobreغَيْرُ ثَمَلٍstřízlivýædrunüchternsobrioraitistrijezansobrioしらふの술 취하지 않은soberedrutrzeźwysóbrioтрезвыйnykterไม่เมาayıktỉnh清醒的 (ni'falio) ουδέτερο
επίθετο
ατάραχος και με καθαρή σκέψη νηφάλια αντιμετώπιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close