νικάω

Μεταφράσεις

νικάω

(ni'kao)

νικώ

(ni'ko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κερδίζω μάχη, αγώνα νικάω τον εχθρό
2. ξεπερνάω κπ δύσκολη κατάσταση νικάω μια αρρώστια
3. κάνω κπ να λυγίσει Η αρρώστια τον νίκησε.

νικάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
Η ομάδα μας νίκησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close