νιόπαντρος

(προωθήθηκε από νιόπαντρο)
Μεταφράσεις

νιόπαντρος

('ɲopandros) αρσενικό

νιόπαντρη

('ɲopandri) θηλυκό

νιόπαντρο

newlywedjeune marié ('ɲopandro) ουδέτερο
επίθετο
που μόλις έχει παντρευτεί νιόπαντρο ζευγάρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close