νοίκι

Μεταφράσεις

νοίκι

rent ('nici) ουδέτερο
ουσιαστικό
ποσό που δίνει αυτός που νοικιάζει σπίτι ενοίκιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close