νοικιάζω

Μεταφράσεις

νοικιάζω

hire, rentيُؤَجِّرُpronajmoutlejemietenarrendarvuokratalouerunajmitiaffittare賃貸する임대하다hurenleiewynająćalugarарендоватьhyraเช่าkiralamakthuê租借 (ni'çazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ενοικιάζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close