νοικοκυρεύομαι

Μεταφράσεις

νοικοκυρεύομαι

يَسْتَقِرُّ

νοικοκυρεύομαι

usadit se

νοικοκυρεύομαι

slå sig ned

νοικοκυρεύομαι

beruhigen

νοικοκυρεύομαι

settle down

νοικοκυρεύομαι

apaciguarse, asentarse

νοικοκυρεύομαι

rauhoittua

νοικοκυρεύομαι

s’installer

νοικοκυρεύομαι

smiriti se

νοικοκυρεύομαι

stabilirsi

νοικοκυρεύομαι

落ち着く

νοικοκυρεύομαι

정착하다

νοικοκυρεύομαι

vestigen (zich)

νοικοκυρεύομαι

slå seg til ro

νοικοκυρεύομαι

osiedlić się

νοικοκυρεύομαι

assentar, instalar-se

νοικοκυρεύομαι

остепениться

νοικοκυρεύομαι

slå sig till ro

νοικοκυρεύομαι

ตั้งรกราก

νοικοκυρεύομαι

yerleşmek

νοικοκυρεύομαι

an cư

νοικοκυρεύομαι

定居
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close