νοικοκυριό

Μεταφράσεις

νοικοκυριό

أَهلُ البَيْتُdomácnosthusholdningHaushalthouseholdhogar familiartalousménagedomaćinstvofamiglia家族가족huishoudenhusholdninggospodarstwo domoweagregado familiar, residentesдомочадцыhushållครอบครัวhane halkıhộ gia đình家庭משק בית (nikocir'jo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το τακτοποίημα του σπιτιού κάνω νοικοκυριό
2. το σπίτι και η επίπλωσή του Έφερε όλο της το νοικοκυριό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close