νοικοκύρης

Μεταφράσεις

νοικοκύρης

landlorddona de casaдомохозяйкаhemmafruama de casagospodyni domowaдомакиня家庭主婦家庭主妇עקרת בית (niko'ciris) αρσενικό
ουσιαστικό
ο κύριος του σπιτιού Φέρεται σαν να είναι ο νοικοκύρης του σπιτιού.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close