νοκάουτ

Μεταφράσεις

νοκάουτ

(no'kaut)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο) αθλητισμός
1. νικημένος στο μποξ βγαίνω νοκάουτ
2. εξαντλημένος Είμαι νοκάουτ, δεν μπορώ άλλο!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close