νομικός

(προωθήθηκε από νομική)
Μεταφράσεις

νομικός

(nomi'kos) αρσενικό

νομική

(nomi'ci) θηλυκό

νομικό

(nomi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το νόμο νομικό πρόβλημα νομικός όρος

νομικός

legal, juristlaŭleĝalégal
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
δικαστικός υπάλληλος ή δικηγόρος
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close