νομοθετικός

(προωθήθηκε από νομοθετική)
Μεταφράσεις

νομοθετικός

(nomoθeti'kos) αρσενικό

νομοθετική

(nomoθeti'ci) θηλυκό

νομοθετικό

legislativeLegislativníLegislativo立法立法التشريعية입법LovgivningsmæssigeนิติบัญญัติWetgevendeLegislativeLagstiftande立法 (nomoθeti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη νομοθεσία νομοθετική μεταρρύθμιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close