νοσοκομειακός

(προωθήθηκε από νοσοκομειακή)
Μεταφράσεις

νοσοκομειακός

(nosokomia'kos) αρσενικό

νοσοκομειακή

(nosokomia'ci) θηλυκό

νοσοκομειακό

(nosokomia'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με νοσοκομείο η νοσοκομειακή ασφάλιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close