νοτίζω

Μεταφράσεις

νοτίζω

(no'tizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι υγρός και μαλακός Τα ρούχα νότισαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close