νοτισμένος

(προωθήθηκε από νοτισμένο)
Μεταφράσεις

νοτισμένος

(noti'zmenos) αρσενικό

νοτισμένη

(noti'smeni) θηλυκό

νοτισμένο

humid (noti'zmeno) ουδέτερο
επίθετο
υγρός νοτισμένο χώμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close