ντάμα

Μεταφράσεις

ντάμα

('dama)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η γυναίκα που συνοδεύει άντρα σε χορό καθοδηγώ την ντάμα μου (στο χορό)
2. γυναικεία φιγούρα της τράπουλας η ντάμα καρδιά

ντάμα

dames, jeu de damesdraughts, checkersداماdámadamspilDamespieldamastammipeliigra damegioco della damaチェッカー체커damspeldamspillwarcabyjogo de damasшашкиdamspelหมากรุกdama oyunucờ đam国际跳棋, 女王女王המלכה
είδος επιτραπέζιου παιχνιδιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close