ντελικάτος

(προωθήθηκε από ντελικάτη)
Μεταφράσεις

ντελικάτος

(deli'katos) αρσενικό

ντελικάτη

(deli'kati) θηλυκό

ντελικάτο

delicate, frail (deli'kato) ουδέτερο
επίθετο
1. λεπτός ντελικάτη κοπέλα
2. ευαίσθητος ντελικάτη υγεία
3. ευγενικός ντελικάτοι τρόποι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close