ντουβάρι

Μεταφράσεις

ντουβάρι

(du'vari)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. χοντρός τοίχος Έπεσε πάνω στο ντουβάρι
2. μεταφορικά άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει τίποτα Είναι ντουβάρι, δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close