τουφεκίζω

(προωθήθηκε από ντουφεκίζω)
Μεταφράσεις

τουφεκίζω

(tufe'cizo)

ντουφεκίζω

(dufe'cizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρίχνω με το τουφέκι τουφεκίζω ένα λιοντάρι
2. εκτελώ με τουφέκι Τον τουφέκισαν οι Γερμανοί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close