ντρέπομαι

(προωθήθηκε από ντράπηκα)
Μεταφράσεις

ντρέπομαι

ashamed ('drepome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. νιώθω ντροπή για κτ κακό που έκανα Ντρέπομαι για τη συμπεριφορά μου.
2. νιώθω αμηχανία Ντρέπεται τους ξένους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close