ντροπαλός

(προωθήθηκε από ντροπαλό)
Μεταφράσεις

ντροπαλός

(dropa'los) αρσενικό

ντροπαλή

(dropa'li) θηλυκό

ντροπαλό

timideshy, bashful, coy, timidخَجُولostýchavýgenertschüchterntímidoujostidljivtimido内気な부끄럼 타는verlegenskynieśmiałytímidoробкийblygขี้อายutangaçbẽn lẽn腼腆的срамежлив (dropa'lo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την τάση να νιώθει ντροπή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close