ντροπιάζω

Μεταφράσεις

ντροπιάζω

sham (dro'pçazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να αισθανθεί ντροπή Με ντρόπιασες με τα λόγια σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close