ντόμπρος

(προωθήθηκε από ντόμπρα)
Μεταφράσεις

ντόμπρος

('dobros) αρσενικό

ντόμπρα

('dobra) θηλυκό

ντόμπρο

outspoken, bluffصَرِيحٌpřímočarýfrimodigfreimütigfrancosuorapuheinenfranciskrendiretto遠慮のない솔직한vrijmoedigfrimodigszczeryfrancoпрямодушноfrispråkigพูดจาเปิดเผยaçık sözlüthẳng thắn坦率直言的 ('dobro) ουδέτερο
επίθετο
άνθρωπος με ειλικρινή, ευθύ χαρακτήρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close